Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, καθώς και την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου παραχώρησε μια διαφορετική συνέντευξη στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς Κώστα Μοστράτο και Φίλιππο Παππά, στην εκπομπή του Αθήνα 9.84.

Ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα, η κ. Σακελλαροπούλου αποκάλυψε λιγότερο γνωστές πτυχές της προσωπικότητάς της, που σχετίζονται με την παιδική της ηλικία, την αγάπη της για τα βιβλία, την Λογοτεχνία και την Ποίηση, τον θαυμασμό της για το Θέατρο και την Όπερα, καθώς και τις προτιμήσεις της στον Κινηματογράφο και τα εικαστικά.

Αναφέρθηκε στα μαθητικά της χρόνια, αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Αθήνα, έκανε λόγο για τα πρώτα της αναγνώσματα μέσα από την κλασική λογοτεχνία και υποστήριξε ότι «είναι πολύ σημαντικό να περνάει το βιβλίο και στις επόμενες γενιές, στους νέους ανθρώπους, να στηρίζονται η πολιτική του βιβλίου, τα βιβλιοπωλεία», ενώ χαρακτήρισε εντυπωσιακό το γεγονός, ότι στην πανδημία οι πωλήσεις των βιβλίων ενισχύθηκαν. Όπως είπε, «είναι εύλογο όταν κάποιος απομονώνεται. Όπως εγώ που ήμουν μοναχοπαίδι, ζούσα μόνη, δεν είχα αδέλφια και άλλα παιδιά να παίξω, το διάβασμα ενίσχυε την συντροφικότητα. Με ένα βιβλίο δεν είσαι ποτέ μόνος».

Με ιδιαίτερα θερμά λόγια μίλησε και για την ποίηση και ιδιαίτερα για τον Λειβαδίτη και τον Αναγνωστάκη, αλλά και τον Γκανά, τον Χριστιανόπουλο, και φυσικά τους κλασικούς, τον Σεφέρη, τον Καβάφη και τον Ελύτη. Ξεχωρίζοντας την ποίηση του Λειβαδίτη, αποκάλυψε ότι οι στίχοι του, της κράτησαν συντροφιά σε δύσκολες περιόδους, σε εποχές που ενδεχομένως δεν ήταν τόσο ευτυχής ή χαλαρή. Επίσης, πρόσθεσε ότι αγαπά πάρα πολύ τον Γκανά και υποστήριξε ότι «πιο εύκολα επιστρέφεις στην ποίηση παρά ξαναδιαβάζεις ένα κλασικό μυθιστόρημα, όσο και αν το έχεις αγαπήσει».

Τόνισε, επίσης, ότι δεν έχει τον χρόνο πια δυστυχώς να πηγαίνει σε βιβλιοπωλεία, αλλά προσπαθεί να παρακολουθεί και τη σύγχρονη γραφή. Μάλιστα, σημείωσε ότι της αρέσει πάρα πολύ ο τρόπος που γράφει ο Ζουμπουλάκης και συμπλήρωσε ότι «από τους Έλληνες πεζογράφους ήταν εξαιρετική η σειρά της “ΕΣΤΙΑΣ”. Εκεί διαβάσαμε στα νιάτα μας ίσως όλον τον Καραγάτση, και εγώ όπως και πολλοί άλλοι. Επίσης, τον Μυριβήλη, τον Θεοτοκά, τον Βιζυηνό, αυτοί είναι οι Έλληνες κλασικοί και βέβαια υπάρχουν και οι νεότεροι που μου αρέσουν. Υπάρχουν πολύ σημαντικές γυναίκες, όπως είναι η Ζατέλη, η Μάρω Δούκα, που αγαπώ τα γραπτά τους και προσπαθώ να τα παρακολουθώ όσο γίνεται». Ταυτόχρονα, δήλωσε ότι πιστεύει στη δύναμη του βιβλίου και της λογοτεχνίας, καθώς και στα μηνύματα έχει να περάσει.

Δεν έκρυψε, επίσης, την αδυναμία της στο έργο του Μπαλζάκ, τονίζοντας ότι σκοπεύει, αν μπορέσει, να διαβάσει όλη την «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΩΜΩΔΙΑ» και πρόσθεσε ότι ένα από τα βιβλία, που θέλει επίσης να διαβάσει είναι «Η ΕΝΔΟΞΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» του Χατζή. Ανέφερε, ότι διαβάζει τώρα ένα πολύ συμπαθητικό βιβλίο, «Ο ΦΙΛΟΣ» της Σίγκριντ Νιούνεζ από τις εκδόσεις GUTENBERG και έχει δίπλα της «ΤΑ ΑΘΗΝΑΪΚΑ» του Παπαδιαμάντη που είναι απόλυτα συνδεδεμένος με το Πάσχα και προσφέρει συγκίνηση. «Επίσης, είδα μια πολύ καλή έκδοση από το ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ με έργα του Μολιέρου και το «ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ» σε μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη που έχουν πολύ ενδιαφέρον, αλλά και το «ΖΗΤΗΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΖΩΗΣ» του Γιάλομ. Αυτά τα έχω στο πλάι και περιμένω την ευκαιρία για να τα διαβάσω. Επίσης, το «ΛΥΚΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΥΚΟΥΣ» του Φάλαντα για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Επειδή διαβάζω πολλά απαιτητικά κείμενα από τον διπλωματικό χώρο, στη λογοτεχνία θέλω λίγο να ξεφεύγω, όσο μπορώ» σημείωσε.

Για τη σχέση της με το Θέατρο, υπογράμμισε ότι ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, ότι πάντα παρακολουθούσε θέατρο και τόνισε ότι έχει περάσει και στην κόρη της αυτή την αγάπη. «Στο θέατρο πραγματικά νιώθει κανείς ότι μπορεί να βγει καλύτερος άνθρωπος. Επίσης, η γενιά μου αγαπούσε και αγαπάει πάρα πολύ τον κινηματογράφο. Ωστόσο, η δουλειά και οι υποχρεώσεις δεν αφήνουν χρόνο και δεν μπόρεσα να συνηθίσω και πολύ τα multiplex» συμπλήρωσε.

Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι φέτος προσπάθησε να πάει μερικές φορές, γιατί λόγω και της πανδημίας ήταν ίσως μια αντίδραση, η ανάγκη τού να κοινωνικοποιείται κάποιος. Οι ταινίες που είδε φέτος της άρεσαν. «Η μία ήταν η ταινία “Η Ζωή Συνεχίζεται” με τον Χοακίν Φινιξ, η οποία μου άρεσε πάρα πολύ. Το “Μπέλφαστ” ήταν εξαιρετικό. Εκείνη που δεν με ενθουσίασε, εντυπωσιάστηκα μεν από την σκηνοθεσία, αλλά όχι συνολικά σαν ταινία ήταν “Η Εξουσία του Σκύλου” της Τζέιν Κάμπιον που κέρδισε και το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Δεν έχω δει ακόμη το “CODA”, αν και είχα δει την πρωτότυπη γαλλική, την “Οικογένεια Μπελιέ”.

Τέλος, αναφορικά με την προσκόλληση των παιδιών και των νέων στις νέες τεχνολογίες, υποστήριξε ότι «δεν θα υποχωρήσει ποτέ το smartphone και το iPad αλλά παράλληλα να μην ξεχνάμε και το χαρτί». Μάλιστα, παρατήρησε ότι στην προσπάθεια αυτή τόσο οι γονείς, όσο και το σχολείο μπορούν να παίξουν ρόλο, γιατί κανείς δεν μπορεί να πολεμήσει την εξέλιξη. «Προσωπικά, θέλω να κρατάω το βιβλίο στο χέρι μου, έναν χάρτινο τόμο και να τον έχω δίπλα μου, να χαίρομαι και μόνο που τον βλέπω. Ακόμα και αν δεν προλάβω να τον ανοίξω να είναι πάντα δίπλα μου στο κομοδίνο. Επομένως, θα μπορούσαν να μάθουν και τα παιδιά έτσι. Για παράδειγμα, η κόρη μου με έβλεπε από πολύ μικρή να κρατώ ένα βιβλίο στο χέρι, οπότε και εκείνη ήθελε να έχει τα δικά της βιβλία. Το έμαθε και δεν το εγκατέλειψε ποτέ. ‘Αρα, αν κάποιος το μάθει από παιδί, πιστεύω ότι δεν θα το αφήσει ποτέ γιατί καταλαβαίνει πόσο ζωογόνος είναι η ανάγνωση, πόσο τον στηρίζει» τόνισε.

Κλείνοντας ευχήθηκε να τελειώσει όσο πιο σύντομα και άμεσα γίνεται η εισβολή στην Ουκρανία, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του καιρού, που δεν είναι λίγες. «Είναι τόσα πολλά αυτά που έχουμε να χειριστούμε» κατέληξε η κ. Σακελλαροπούλου.

ΑΠΕ ΜΠΕ 

Πηγή: madata.gr