Ο προπονητής του Άρη μίλησε στην επίσημη ιστοσελίδα του ΕΣΑΚΕ.

Αναλυτικά όσα είπε ο Σάββας Kαμπερίδης:

Φέτος ήταν η πρώτη σου χρονιά ως πρώτος προπονητής και μάλιστα σε μία από τις πιο ιστορικές ομάδες της ΕΚΟ Basket League. Πως έζησες εσύ αυτή την περίοδο;

«Ήταν εξαιρετικά δύσκολα αλλά ταυτόχρονα ήταν και στο πιο οικείο περιβάλλον. Αγωνιστικά ήταν δύσκολα, γιατί η ομάδα ήταν τελευταία, ενώ είχε χάσει σχεδόν απ’ όλες τι ομάδες που είχαν ίδιο στόχο. Υπήρχαν δυσκολίες διοικητικές -παρότι ισορρόπησαν τα πράγματα στη συνέχεια με την αλλαγή της διοίκησης- και υπήρχε και η πίεση της μεγάλης ομάδας. Για εμένα ωστόσο ήταν πολύ σημαντικό πως βρέθηκα σε ένα οικείο περιβάλλον, καθώς υπήρχαν άνθρωποι στην ομάδα που ήταν φίλοι και είχαμε υπάρξει και συνεργάτες για πολλά χρόνια».

Τι είναι αυτό που σου μένει από αυτή τη σεζόν και με τον τρόπο που ολοκληρώθηκε;

«Σίγουρα ανακούφιση γιατί η ομάδα έμεινε στην κατηγορία. Κάτι που πιστεύω θα το πετυχαίναμε έτσι κι αλλιώς, οπότε θα προτιμούσα να το έχουμε καταφέρει μέσα στο γήπεδο. Αλλά σίγουρα, αν αφήσουμε τον Άρη στην άκρη, είμαι αρκετά προβληματισμένος με τον τρόπου που διεξήχθη γενικότερα το πρωτάθλημα. Από τις ομάδες, την ποιότητα του παιχνιδιού, τη συνέπεια των ομάδων».

Τι πρέπει να διορθωθεί στο πρωτάθλημα;

«Πιστεύω πως γίνονται κάποια βήματα, αν και πιο αρμόδιες είναι οι διοικήσεις των ομάδων όπως και η διοργανώτρια αρχή. θεωρώ πως αν υπάρξει συνεργασία των φορέων θα λειτουργήσουν όλα καλύτερα. Χρειάζεται όλοι όσοι απαρτίζουν το παιχνίδι, ο ΕΣΑΚΕ, οι ομάδες, οι διαιτητές, να συνεργαστούν γιατί το παιχνίδι πρέπει να γίνει πιο ελκυστικό και να αλλάξει επίπεδο».

Είδαμε φέτος ιστορικές ομάδες όπως ο Άρης, ο ΠΑΟΚ, ο Πανιώνιος να μάχονται για την παραμονή τους, νέες ομάδες να κάνουν καλή πορεία. Είναι δείγμα ανταγωνισμού ή αλλάζουν πλέον τα μεγέθη;

«Δεν θεωρώ πως είναι στοιχείο που δείχνει την ανταγωνιστικότητα του πρωταθλήματος. Ίσως δείχνει πως οι συγκεκριμένες ομάδες δεν κατάφεραν λόγω διαφορετικών συνθηκών να εξαργυρώσουν τον κόσμο τους, την ιστορία τους, τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω από αυτές. Ουσιαστικά έχει να κάνει με τον κακό σχεδιασμό και πως δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν το πλάνο τους. Και βέβαια αυτό δεν αφορά μόνο τη χρονιά που πέρασε. Είναι μία κατάσταση που τη συναντάμε τα τελευταία χρόνια».

Φέτος είδαμε, επίσης, πολλούς rookies και νέους προπονητές όπως εσύ, ο Κώστας Χαραλαμπίδης, ο Νίκος Παπανικολόπουλος. Πως σχολιάζεις τη στροφή αυτή των ομάδων;

«Δεν ξέρω κατά πόσο είχε να κάνει με αλλαγή φιλοσοφίας ή με αναγκαιότητα. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις οι συγκεκριμένοι προπονητές ήταν χρόνια στις ομάδες, οπότε κι εκείνες γνώριζαν αν μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους. Είναι προπονητές που έχουν αφήσει το στίγμα τους στις ομάδες. Παρότι μπορεί ναφαίνεται προς τον κόσμο πως είναι ένα ρίσκο αυτές οι επιλογές, νομίζω πως οι άνθρωποι που συναναστρέφονται με αυτούς τους προπονητές καθημερινά γνώριζαν πως δεν ήταν ρίσκο. Ήξεραν πως υπήρχε η ποιότητα και η ικανότητα ώστε να τα καταφέρουν».

Υπήρξαν κάποιες ομάδες που σε εντυπωσίασαν στη φετινή χρονιά;

«Θα έλεγα πως υπήρχαν αρκετές ομάδες από τις οποίες μου άρεσαν στοιχεία στο παιχνίδι τους. Για παράδειγμα ο Ήφαιστος ήταν εξαιρετικά συνεπής στην άμυνά του. Η ΑΕΚ άλλαξε επίπεδο σε ότι έχει να κάνει με το επιθετικό μπάσκετ, έπαιζε πιο μοντέρνα φέτος. Ο Προμηθέας είχε επίσης πολύ καλές αποστάσεις, καλό σουτ, ταχύτητα στην εκτέλεσή του. Νομίζω πως το πρωτάθλημα από ένα σημείο της βαθμολογίας και πάνω είχε ποιότητα, αλλά δεν υπήρχε ανταγωνιστικότητα στο σύνολό του».

Από τους παίκτες που αγωνίστηκαν, ήταν κάποιοι που τους ξεχώρισες;

«Κατ’ αρχάς περισσότερο θα ήθελα να αναφερθώ στους Έλληνες παίκτες. Εκεί θα πρέπει να δίνουμε βάση σαν ελληνικό μπάσκετ. Μου άρεσε πως ομάδες όπως η ΑΕΚ και Προμηθέας στηρίχθηκαν σε Έλληνες παίκτες και πιστεύω πως αυτοί ήταν που τους άλλαξαν επίπεδο. Πέρα από τους παίκτες που συμμετέχουν και στην Εθνική ομάδα, ήταν σημαντική η εικόνα που έδειξε τις τελευταίες αγωνιστικές ο Λούντζης. προερχόταν από τραυματισμό και είναι από τα παιδιά που αποτελούν το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ. Ο Γιάννης Αγραβάνης που δουλέψαμε μαζί και στο Περιστέρι, θεωρώ πως έχει όλα τα φόντα να αλλάξει επίπεδο. Ο Κώστας Μήτογλου που έχει αλλάξει επίπεδο και ίσως αυτή τη στιγμή να είναι ο πιο ολοκληρωμένος Έλληνας ψηλός. Και ο Λευτέρης Μποχωρίδης που ήμασταν μαζί στον Άρη έκανε εξαιρετική χρονιά, ειδικά από ένα σημείο και μετά κατάφερε να ηγηθεί της ομάδας».

Υπάρχει δηλαδή η μαγιά στο ελληνικό μπάσκετ για τα επόμενα χρόνια;

«Πιστεύω πως ναι. Χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά βέβαια. Οι συνθήκες δεν έχουν ευνοήσει και κάποια άλλα παιδιά να βγουν μπροστά. Πέρυσι που είχα την τύχη να δουλέψω με τον Γιώργο Λιμνιάτη στην Εθνική Νέων Ανδρών, είχαμε κάποια παιδιά που πρωταγωνίστησαν στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ο Γιώργος Καλαϊτζάκης ήταν πρώτος σκόρερ και φέτος έπαιξε καλά στη Λιθουανία όπως και ο αδερφός του ο Παναγιώτης. Ο Δημήτρης Μωραΐτης ήταν από τα καλύτερα πλέι μέικερ και πιστεύω πως έχει πάρα πολλά να δώσει στο μέλλον, είναι πολύ καλύτερος απ’ ότι έχει δείξει. Υπάρχουν παιδιά -και ακόμα μικρότεροι- που μπορούν να εξελιχθούν. Όπως ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης που έχει τα ψυχικά χαρίσματα του Σπανούλη και μακάρι να εξελιχθεί».

Έχει συνεργαστεί με πολλούς προπονητές, είτε ως παίκτης είτε ως προπονητής. Τι κρατάς από αυτές τις συνεργασίες;

«Αυτή τη στιγμή ως προπονητής έχω στοιχεία από τους προπονητές που συνεργάστηκα. Και ήμουν τυχερός γιατί βρέθηκα δίπλα σε σπουδαίους προπονητές. Κάθε ένα από αυτούς είναι ένα κομμάτι από την φιλοσοφία που θέλω να έχω».

Ποια είναι τα πλάνα για την επόμενη αγωνιστική περίοδο;

«Κατ’ αρχάς ακόμα τα πράγματα είναι ρευστά. Έχουν παρθεί κάποιες αποφάσεις από τη διοργανώτρια αρχή και θα πρέπει να δούμε πόσες και ποιες ομάδες θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν. Και πιθανότατα αυτό θα αλλάξει και το επίπεδο του ανταγωνισμού στο πρωτάθλημα. Σε ότι έχει να κάνει με τον Άρη είναι πολύ σημαντικό να καταφέρουμε να κρατήσουμε έναν κορμό από τη φετινή ομάδα και θα ήθελα να μπορέσουμε να προσελκύσουμε Έλληνες παίκτες. Και από εκεί πέρα οι τελευταίες κινήσεις εξαρτώνται και από τον ανταγωνισμό. Γιατί αλλιώς είναι ένα πρωτάθλημα με 14 ομάδες, αλλιώς μα 12 και αλλιώς και με 16. Υπάρχει τεράστια διαφορά».

Πηγή: thestival.gr